Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνδικαλιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με συνδικαλιστή, συνδικαλισμό ή συνδικάτο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συνδικαλιστικός < συνδικαλιστής + -ικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική syndicaliste)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυνδικαλιστικόςσυνδικαλιστικήσυνδικαλιστικό
Γενικήσυνδικαλιστικούσυνδικαλιστικήςσυνδικαλιστικού
Αιτιατικήσυνδικαλιστικόσυνδικαλιστικήσυνδικαλιστικό
Κλητικήσυνδικαλιστικέσυνδικαλιστικήσυνδικαλιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυνδικαλιστικοίσυνδικαλιστικέςσυνδικαλιστικά
Γενικήσυνδικαλιστικώνσυνδικαλιστικώνσυνδικαλιστικών
Αιτιατικήσυνδικαλιστικούςσυνδικαλιστικέςσυνδικαλιστικά
Κλητικήσυνδικαλιστικοίσυνδικαλιστικέςσυνδικαλιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →