συνδρομή
•
- η αρωγή, η βοήθεια προς κάποιον Βικιλεξικό
- η πληρωμή εγγραφής για συμμετοχή σε σύλλογο, φορέα, ή πληρωμή σε εκδοτική επιχείρηση για παραλαβή εντύπου (συνήθως κατ' οίκον) ή για δικαίωμα πρόσβασης σε υπηρεσίες διάφορων επιχειρήσεων (π.χ. συνδρομητικά τηλεοπτικά κανάλια ή συνδρομητικές ιστοσελιδες) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνδρομή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συνδρομή, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική secours
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συνδρομή | συνδρομές |
| Γενική | συνδρομής | συνδρομών |
| Αιτιατική | συνδρομή | συνδρομές |
| Κλητική | συνδρομή | συνδρομές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →