Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνεδριάζω

ρήμα
•
  1. μετέχω σε συγκέντρωση επίσημου χαρακτήρα ατόμων–μελών μιας συγκροτημένης ή άτυπης ομάδας, κατά την οποία συζητιούνται θέματα που τους αφορούν και λαμβάνονται αποφάσεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συνεδριάζω < ελληνιστική κοινή συνεδριάζω < συνέδριον < σύν + ἕδρα

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσυνεδριάζωσυνεδριάζειςσυνεδριάζεισυνεδριάζουμεσυνεδριάζετεσυνεδριάζουν / συνεδριάζουνε
Παρατατικόςσυνεδρίαζασυνεδρίαζεςσυνεδρίαζεσυνεδριάζαμεσυνεδριάζατεσυνεδρίαζαν / συνεδριάζαν / συνεδριάζανε
Αόριστοςσυνεδρίασασυνεδρίασεςσυνεδρίασεσυνεδριάσαμεσυνεδριάσατεσυνεδρίασαν / συνεδριάσαν / συνεδριάσανε
Μέλλονταςθα συνεδριάζω / θα συνεδριάσωθα συνεδριάζεις / θα συνεδριάσειςθα συνεδριάζει / θα συνεδριάσειθα συνεδριάζουμε / θα συνεδριάσουμεθα συνεδριάζετε / θα συνεδριάσετεθα συνεδριάζουν / θα συνεδριάζουνε / θα συνεδριάσουν / θα συνεδριάσουνε
Παρακείμενοςέχω συνεδριάσειέχεις συνεδριάσειέχει συνεδριάσειέχουμε συνεδριάσειέχετε συνεδριάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα συνεδριάσειείχες συνεδριάσειείχε συνεδριάσειείχαμε συνεδριάσει——
Υποτακτικήνα έχω συνεδριάσει / να συνεδριάζω / να συνεδριάσωνα έχεις συνεδριάσει / να συνεδριάζεις / να συνεδριάσειςνα έχει συνεδριάσει / να συνεδριάζει / να συνεδριάσεινα έχουμε συνεδριάσει / να συνεδριάζουμε / να συνεδριάσουμενα έχετε συνεδριάσει / να συνεδριάζετε / να συνεδριάσετενα συνεδριάζουν / να συνεδριάζουνε / να συνεδριάσουν / να συνεδριάσουνε
Προστακτική—συνεδρίαζε / συνεδρίασε——συνεδριάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

συνεδριάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →