Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνεδριακός

/si.ne.ðɾi.aˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σχετίζεται με το συνέδριο Βικιλεξικό
    • συνεδριακός τουρισμός, συνεδριακό κέντρο

Ετυμολογία

συνεδριακός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συνεδριακός, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική de congrès. Μορφολογικά αναλύεται σε συνέδρι(ο) + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυνεδριακόςσυνεδριακήσυνεδριακό
Γενικήσυνεδριακούσυνεδριακήςσυνεδριακού
Αιτιατικήσυνεδριακόσυνεδριακήσυνεδριακό
Κλητικήσυνεδριακέσυνεδριακήσυνεδριακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυνεδριακοίσυνεδριακέςσυνεδριακά
Γενικήσυνεδριακώνσυνεδριακώνσυνεδριακών
Αιτιατικήσυνεδριακούςσυνεδριακέςσυνεδριακά
Κλητικήσυνεδριακοίσυνεδριακέςσυνεδριακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →