συνειδησιακός
•
- που έχει σχέση με τη συνείδηση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνειδησιακός < συνείδησις + -ακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συνειδησιακός | συνειδησιακή | συνειδησιακό |
| Γενική | συνειδησιακού | συνειδησιακής | συνειδησιακού |
| Αιτιατική | συνειδησιακό | συνειδησιακή | συνειδησιακό |
| Κλητική | συνειδησιακέ | συνειδησιακή | συνειδησιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συνειδησιακοί | συνειδησιακές | συνειδησιακά |
| Γενική | συνειδησιακών | συνειδησιακών | συνειδησιακών |
| Αιτιατική | συνειδησιακούς | συνειδησιακές | συνειδησιακά |
| Κλητική | συνειδησιακοί | συνειδησιακές | συνειδησιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →