Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνειδησιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη συνείδηση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συνειδησιακός < συνείδησις + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυνειδησιακόςσυνειδησιακήσυνειδησιακό
Γενικήσυνειδησιακούσυνειδησιακήςσυνειδησιακού
Αιτιατικήσυνειδησιακόσυνειδησιακήσυνειδησιακό
Κλητικήσυνειδησιακέσυνειδησιακήσυνειδησιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυνειδησιακοίσυνειδησιακέςσυνειδησιακά
Γενικήσυνειδησιακώνσυνειδησιακώνσυνειδησιακών
Αιτιατικήσυνειδησιακούςσυνειδησιακέςσυνειδησιακά
Κλητικήσυνειδησιακοίσυνειδησιακέςσυνειδησιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →