συνειρμισμός
•
- ψυχολογίαψυχολογική θεωρία που υποστηρίζει ότι οι ψυχικές διεργασίες βασίζονται στη δημιουργία συνδέσεων (συνειρμών) μεταξύ ιδεών, εντυπώσεων ή εμπειριών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνειρμισμός < συνειρμός + -ισμός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική associationnisme)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συνειρμισμός | συνειρμισμοί |
| Γενική | συνειρμισμού | συνειρμισμών |
| Αιτιατική | συνειρμισμό | συνειρμισμούς |
| Κλητική | συνειρμισμέ | συνειρμισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →