Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνεκπαιδεύω

ρήμα
•
  1. εκπαιδεύω από κοινού, μαζί με άλλους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συνεκπαιδεύω < μεσαιωνική ελληνική συνεκπαιδεύω < αρχαία ελληνική ἐκπαιδεύω < παιδεύω < παῖς

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσυνεκπαιδεύωσυνεκπαιδεύειςσυνεκπαιδεύεισυνεκπαιδεύουμεσυνεκπαιδεύετεσυνεκπαιδεύουν / συνεκπαιδεύουνε
Παρατατικόςσυνεκπαίδευασυνεκπαίδευεςσυνεκπαίδευεσυνεκπαιδεύαμεσυνεκπαιδεύατεσυνεκπαίδευαν / συνεκπαιδεύαν / συνεκπαιδεύανε
Αόριστοςσυνεκπαίδευσασυνεκπαίδευσεςσυνεκπαίδευσεσυνεκπαιδεύσαμεσυνεκπαιδεύσατεσυνεκπαίδευσαν / συνεκπαιδεύσαν / συνεκπαιδεύσανε
Μέλλονταςθα συνεκπαιδεύσω / θα συνεκπαιδεύωθα συνεκπαιδεύεις / θα συνεκπαιδεύσειςθα συνεκπαιδεύει / θα συνεκπαιδεύσειθα συνεκπαιδεύουμε / θα συνεκπαιδεύσουμεθα συνεκπαιδεύετε / θα συνεκπαιδεύσετεθα συνεκπαιδεύουν / θα συνεκπαιδεύουνε / θα συνεκπαιδεύσουν / θα συνεκπαιδεύσουνε
Παρακείμενοςέχω συνεκπαιδεύσειέχεις συνεκπαιδεύσειέχει συνεκπαιδεύσειέχουμε συνεκπαιδεύσειέχετε συνεκπαιδεύσει—
Υπερσυντέλικοςείχα συνεκπαιδεύσειείχες συνεκπαιδεύσειείχε συνεκπαιδεύσειείχαμε συνεκπαιδεύσει——
Υποτακτικήνα έχω συνεκπαιδεύσει / να συνεκπαιδεύσω / να συνεκπαιδεύωνα έχεις συνεκπαιδεύσει / να συνεκπαιδεύεις / να συνεκπαιδεύσειςνα έχει συνεκπαιδεύσει / να συνεκπαιδεύει / να συνεκπαιδεύσεινα έχουμε συνεκπαιδεύσει / να συνεκπαιδεύουμε / να συνεκπαιδεύσουμενα έχετε συνεκπαιδεύσει / να συνεκπαιδεύετε / να συνεκπαιδεύσετενα συνεκπαιδεύουν / να συνεκπαιδεύουνε / να συνεκπαιδεύσουν / να συνεκπαιδεύσουνε
Προστακτική—συνεκπαίδευε / συνεκπαίδευσε——συνεκπαιδεύετε / συνεκπαιδεύστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →