συνεκπαιδεύω
•
- εκπαιδεύω από κοινού, μαζί με άλλους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνεκπαιδεύω < μεσαιωνική ελληνική συνεκπαιδεύω < αρχαία ελληνική ἐκπαιδεύω < παιδεύω < παῖς
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συνεκπαιδεύω | συνεκπαιδεύεις | συνεκπαιδεύει | συνεκπαιδεύουμε | συνεκπαιδεύετε | συνεκπαιδεύουν / συνεκπαιδεύουνε |
| Παρατατικός | συνεκπαίδευα | συνεκπαίδευες | συνεκπαίδευε | συνεκπαιδεύαμε | συνεκπαιδεύατε | συνεκπαίδευαν / συνεκπαιδεύαν / συνεκπαιδεύανε |
| Αόριστος | συνεκπαίδευσα | συνεκπαίδευσες | συνεκπαίδευσε | συνεκπαιδεύσαμε | συνεκπαιδεύσατε | συνεκπαίδευσαν / συνεκπαιδεύσαν / συνεκπαιδεύσανε |
| Μέλλοντας | θα συνεκπαιδεύσω / θα συνεκπαιδεύω | θα συνεκπαιδεύεις / θα συνεκπαιδεύσεις | θα συνεκπαιδεύει / θα συνεκπαιδεύσει | θα συνεκπαιδεύουμε / θα συνεκπαιδεύσουμε | θα συνεκπαιδεύετε / θα συνεκπαιδεύσετε | θα συνεκπαιδεύουν / θα συνεκπαιδεύουνε / θα συνεκπαιδεύσουν / θα συνεκπαιδεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω συνεκπαιδεύσει | έχεις συνεκπαιδεύσει | έχει συνεκπαιδεύσει | έχουμε συνεκπαιδεύσει | έχετε συνεκπαιδεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συνεκπαιδεύσει | είχες συνεκπαιδεύσει | είχε συνεκπαιδεύσει | είχαμε συνεκπαιδεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συνεκπαιδεύσει / να συνεκπαιδεύσω / να συνεκπαιδεύω | να έχεις συνεκπαιδεύσει / να συνεκπαιδεύεις / να συνεκπαιδεύσεις | να έχει συνεκπαιδεύσει / να συνεκπαιδεύει / να συνεκπαιδεύσει | να έχουμε συνεκπαιδεύσει / να συνεκπαιδεύουμε / να συνεκπαιδεύσουμε | να έχετε συνεκπαιδεύσει / να συνεκπαιδεύετε / να συνεκπαιδεύσετε | να συνεκπαιδεύουν / να συνεκπαιδεύουνε / να συνεκπαιδεύσουν / να συνεκπαιδεύσουνε |
| Προστακτική | — | συνεκπαίδευε / συνεκπαίδευσε | — | — | συνεκπαιδεύετε / συνεκπαιδεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →