Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνεκτικός

/si.ne.ktiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει συνοχή Βικιλεξικό
    • συνεκτικός λόγος
  2. που προσδίδει συνοχή Βικιλεξικό
    • συνεκτικός παράγοντας

Ετυμολογία

συνεκτικός < συνέχω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυνεκτικόςσυνεκτικήσυνεκτικό
Γενικήσυνεκτικούσυνεκτικήςσυνεκτικού
Αιτιατικήσυνεκτικόσυνεκτικήσυνεκτικό
Κλητικήσυνεκτικέσυνεκτικήσυνεκτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυνεκτικοίσυνεκτικέςσυνεκτικά
Γενικήσυνεκτικώνσυνεκτικώνσυνεκτικών
Αιτιατικήσυνεκτικούςσυνεκτικέςσυνεκτικά
Κλητικήσυνεκτικοίσυνεκτικέςσυνεκτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →