Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνεννοούμαι

ρήμα
•
  1. συνομιλώ με κάποιον, για να βρούμε μια λύση Βικιλεξικό
  2. συμφωνώ, ομονοώ Βικιλεξικό
  3. επικοινωνώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συνεννοούμαι < (ελληνιστική κοινή) / συνεννοῶ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσυνεννοούμαισυνεννοείσαισυνεννοείταισυνεννοούμαστεσυνεννοείστεσυνεννοούνται
Παρατατικόςσυνεννοούμουνσυνεννοούσουνσυνεννοούντανσυνεννοούμασταν / συνεννοούμαστεσυνεννοούσασταν / συνεννοούσαστεσυνεννοούνταν
Αόριστοςσυνεννοήθηκασυνεννοήθηκεςσυνεννοήθηκεσυνεννοηθήκαμεσυνεννοηθήκατεσυνεννοήθηκαν / συνεννοηθήκαν / συνεννοηθήκανε
Μέλλονταςθα συνεννοηθώ / θα συνεννοούμαιθα συνεννοείσαι / θα συνεννοηθείςθα συνεννοείται / θα συνεννοηθείθα συνεννοηθούμε / θα συνεννοούμαστεθα συνεννοείστε / θα συνεννοηθείτεθα συνεννοηθούν / θα συνεννοηθούνε / θα συνεννοούνται
Παρακείμενοςέχω συνεννοηθείέχεις συνεννοηθείέχει συνεννοηθείέχουμε συνεννοηθείέχετε συνεννοηθείέχουν συνεννοηθεί
Υπερσυντέλικοςείχα συνεννοηθείείχες συνεννοηθείείχε συνεννοηθείείχαμε συνεννοηθείείχατε συνεννοηθείείχαν συνεννοηθεί
Υποτακτικήνα έχω συνεννοηθεί / να συνεννοηθώ / να συνεννοούμαινα έχεις συνεννοηθεί / να συνεννοείσαι / να συνεννοηθείςνα έχει συνεννοηθεί / να συνεννοείται / να συνεννοηθείνα έχουμε συνεννοηθεί / να συνεννοηθούμε / να συνεννοούμαστενα έχετε συνεννοηθεί / να συνεννοείστε / να συνεννοηθείτενα έχουν συνεννοηθεί / να συνεννοηθούν / να συνεννοηθούνε / να συνεννοούνται
Προστακτική—συνεννοήσου——συνεννοείστε / συνεννοηθείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →