συνεννοούμαι
•
- συνομιλώ με κάποιον, για να βρούμε μια λύση Βικιλεξικό
- συμφωνώ, ομονοώ Βικιλεξικό
- επικοινωνώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνεννοούμαι < (ελληνιστική κοινή) / συνεννοῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συνεννοούμαι | συνεννοείσαι | συνεννοείται | συνεννοούμαστε | συνεννοείστε | συνεννοούνται |
| Παρατατικός | συνεννοούμουν | συνεννοούσουν | συνεννοούνταν | συνεννοούμασταν / συνεννοούμαστε | συνεννοούσασταν / συνεννοούσαστε | συνεννοούνταν |
| Αόριστος | συνεννοήθηκα | συνεννοήθηκες | συνεννοήθηκε | συνεννοηθήκαμε | συνεννοηθήκατε | συνεννοήθηκαν / συνεννοηθήκαν / συνεννοηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα συνεννοηθώ / θα συνεννοούμαι | θα συνεννοείσαι / θα συνεννοηθείς | θα συνεννοείται / θα συνεννοηθεί | θα συνεννοηθούμε / θα συνεννοούμαστε | θα συνεννοείστε / θα συνεννοηθείτε | θα συνεννοηθούν / θα συνεννοηθούνε / θα συνεννοούνται |
| Παρακείμενος | έχω συνεννοηθεί | έχεις συνεννοηθεί | έχει συνεννοηθεί | έχουμε συνεννοηθεί | έχετε συνεννοηθεί | έχουν συνεννοηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα συνεννοηθεί | είχες συνεννοηθεί | είχε συνεννοηθεί | είχαμε συνεννοηθεί | είχατε συνεννοηθεί | είχαν συνεννοηθεί |
| Υποτακτική | να έχω συνεννοηθεί / να συνεννοηθώ / να συνεννοούμαι | να έχεις συνεννοηθεί / να συνεννοείσαι / να συνεννοηθείς | να έχει συνεννοηθεί / να συνεννοείται / να συνεννοηθεί | να έχουμε συνεννοηθεί / να συνεννοηθούμε / να συνεννοούμαστε | να έχετε συνεννοηθεί / να συνεννοείστε / να συνεννοηθείτε | να έχουν συνεννοηθεί / να συνεννοηθούν / να συνεννοηθούνε / να συνεννοούνται |
| Προστακτική | — | συνεννοήσου | — | — | συνεννοείστε / συνεννοηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →