συνεορτάζω
•
- εορτάζω μαζί με άλλους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνεορτάζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συνεορτάζω | συνεορτάζεις | συνεορτάζει | συνεορτάζουμε | συνεορτάζετε | συνεορτάζουν / συνεορτάζουνε |
| Παρατατικός | συνεόρταζα | συνεόρταζες | συνεόρταζε | συνεορτάζαμε | συνεορτάζατε | συνεορτάζαν / συνεορτάζανε / συνεόρταζαν |
| Αόριστος | συνεόρτασα | συνεόρτασες | συνεόρτασε | συνεορτάσαμε | συνεορτάσατε | συνεορτάσαν / συνεορτάσανε / συνεόρτασαν |
| Μέλλοντας | θα συνεορτάζω / θα συνεορτάσω | θα συνεορτάζεις / θα συνεορτάσεις | θα συνεορτάζει / θα συνεορτάσει | θα συνεορτάζουμε / θα συνεορτάσουμε | θα συνεορτάζετε / θα συνεορτάσετε | θα συνεορτάζουν / θα συνεορτάζουνε / θα συνεορτάσουν / θα συνεορτάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω συνεορτάσει | έχεις συνεορτάσει | έχει συνεορτάσει | έχουμε συνεορτάσει | έχετε συνεορτάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συνεορτάσει | είχες συνεορτάσει | είχε συνεορτάσει | είχαμε συνεορτάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συνεορτάσει / να συνεορτάζω / να συνεορτάσω | να έχεις συνεορτάσει / να συνεορτάζεις / να συνεορτάσεις | να έχει συνεορτάσει / να συνεορτάζει / να συνεορτάσει | να έχουμε συνεορτάσει / να συνεορτάζουμε / να συνεορτάσουμε | να έχετε συνεορτάσει / να συνεορτάζετε / να συνεορτάσετε | να συνεορτάζουν / να συνεορτάζουνε / να συνεορτάσουν / να συνεορτάσουνε |
| Προστακτική | — | συνεόρταζε / συνεόρτασε | — | — | συνεορτάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
συνεορτάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →