συνεπάγομαι
•
- έχω ως συνέπεια, ως επακόλουθο Βικιλεξικό
- Το υπό ψήφιση νομοσχέδιο αφορά κάθε πολίτη, συνεπάγεται επιπτώσεις στην άσκηση θεμελιωδών δικαιωμάτων του και επιδρά καθοριστικά στην πραγμάτωση του δικαίου σε κάθε ατομική περίπτωση. (*)
- οδηγώ σε κάποιο συμπέρασμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνεπάγομαι < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική συνεπάγω < σύν + ἐπί + ἄγω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική entraîner)
Άλλοι τύποι
συνεπάγεται
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →