Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνεπαγωγή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. συμπέρασμα που προκύπτει από δεδομένο ή προηγούμενο συμπέρασμα ή θεώρηση Βικιλεξικό
  2. λογικήλογικός δυαδικός τελεστής (πράξη) που δέχεται δύο λογικές προτάσεις και δίνει αποτέλεσμα 'Ψευδής' (false) μόνο όταν η αριστερή πρόταση είναι 'Αληθής' (true) και η δεξιά 'Ψευδής', αλλιώς δίνει 'Αληθής'. Βικιλεξικό
    • Συμβολισμός: →, όπως p→q, όπου η p ονομάζεται υπόθεση (ή υποτιθέμενο), η q συμπέρασμα (ή συνεπαγόμενο) και διαβάζεται «αν p, τότε q». Ισοδυναμεί με την σύνθετη πρόταση: ¬p∨q
    • Συνώνυμο: υποθετική πρόταση
    • Υπερώνυμα: λογικό συνδετικό
    • Υπώνυμα: συμπέρασμα, υπόθεση

Ετυμολογία

συνεπαγωγή < συνεπάγομαι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυνεπαγωγήσυνεπαγωγές
Γενικήσυνεπαγωγήςσυνεπαγωγών
Αιτιατικήσυνεπαγωγήσυνεπαγωγές
Κλητικήσυνεπαγωγήσυνεπαγωγές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →