συνεπαγωγή
•
- συμπέρασμα που προκύπτει από δεδομένο ή προηγούμενο συμπέρασμα ή θεώρηση Βικιλεξικό
- λογικήλογικός δυαδικός τελεστής (πράξη) που δέχεται δύο λογικές προτάσεις και δίνει αποτέλεσμα 'Ψευδής' (false) μόνο όταν η αριστερή πρόταση είναι 'Αληθής' (true) και η δεξιά 'Ψευδής', αλλιώς δίνει 'Αληθής'. Βικιλεξικό
- Συμβολισμός: →, όπως p→q, όπου η p ονομάζεται υπόθεση (ή υποτιθέμενο), η q συμπέρασμα (ή συνεπαγόμενο) και διαβάζεται «αν p, τότε q». Ισοδυναμεί με την σύνθετη πρόταση: ¬p∨q
- Συνώνυμο: υποθετική πρόταση
- Υπερώνυμα: λογικό συνδετικό
- Υπώνυμα: συμπέρασμα, υπόθεση
Ετυμολογία
συνεπαγωγή < συνεπάγομαι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συνεπαγωγή | συνεπαγωγές |
| Γενική | συνεπαγωγής | συνεπαγωγών |
| Αιτιατική | συνεπαγωγή | συνεπαγωγές |
| Κλητική | συνεπαγωγή | συνεπαγωγές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →