Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνεπιβάτης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. πρόσωπο που επιβαίνει στο ίδιο μεταφορικό μέσο με άλλο πρόσωπο Βικιλεξικό
    • ο συνεπιβάτης του γυρίζει το κεφάλι προς τα πίσω και υψώνει το βλέμμα προς το μέρος του. Ο Αμεδαίος όμως είναι πάντα τελείως αόρατος. Ο συνεπιβάτης του είναι αδύνατο να τον δει όπως στέκεται τώρα σκυμμένος (Αλέξανδρος Σχοινάς, Αναφορά Περιπτώσεων, εκ.δ Πρόοδος, 1989, σελ. 396)

Ετυμολογία

συνεπιβάτης < συν- + επιβάτης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυνεπιβάτηςσυνεπιβάτες
Γενικήσυνεπιβάτησυνεπιβατών
Αιτιατικήσυνεπιβάτησυνεπιβάτες
Κλητικήσυνεπιβάτησυνεπιβάτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →