συνεπικουρία
•
- λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συνεπικουρώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνεπικουρία < μεσαιωνική ελληνική συνεπικουρία < συνεπίκουρος < αρχαία ελληνική σύν + ἐπίκουρος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συνεπικουρία | συνεπικουρίες |
| Γενική | συνεπικουρίας | συνεπικουριών |
| Αιτιατική | συνεπικουρία | συνεπικουρίες |
| Κλητική | συνεπικουρία | συνεπικουρίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →