συνεπικουρούμαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος συνεπικουρώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συνεπικουρούμαι | συνεπικουρείσαι | συνεπικουρείται | συνεπικουρούμαστε | συνεπικουρείστε | συνεπικουρούνται |
| Παρατατικός | συνεπικουρούμουν | συνεπικουρούσουν | συνεπικουρούνταν | συνεπικουρούμασταν / συνεπικουρούμαστε | συνεπικουρούσασταν / συνεπικουρούσαστε | συνεπικουρούνταν |
| Αόριστος | συνεπικουρήθηκα | συνεπικουρήθηκες | συνεπικουρήθηκε | συνεπικουρηθήκαμε | συνεπικουρηθήκατε | συνεπικουρήθηκαν / συνεπικουρηθήκαν / συνεπικουρηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα συνεπικουρηθώ / θα συνεπικουρούμαι | θα συνεπικουρείσαι / θα συνεπικουρηθείς | θα συνεπικουρείται / θα συνεπικουρηθεί | θα συνεπικουρηθούμε / θα συνεπικουρούμαστε | θα συνεπικουρείστε / θα συνεπικουρηθείτε | θα συνεπικουρηθούν / θα συνεπικουρηθούνε / θα συνεπικουρούνται |
| Παρακείμενος | έχω συνεπικουρηθεί | έχεις συνεπικουρηθεί | έχει συνεπικουρηθεί | έχουμε συνεπικουρηθεί | έχετε συνεπικουρηθεί | έχουν συνεπικουρηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα συνεπικουρηθεί | είχες συνεπικουρηθεί | είχε συνεπικουρηθεί | είχαμε συνεπικουρηθεί | είχατε συνεπικουρηθεί | είχαν συνεπικουρηθεί |
| Υποτακτική | να έχω συνεπικουρηθεί / να συνεπικουρηθώ / να συνεπικουρούμαι | να έχεις συνεπικουρηθεί / να συνεπικουρείσαι / να συνεπικουρηθείς | να έχει συνεπικουρηθεί / να συνεπικουρείται / να συνεπικουρηθεί | να έχουμε συνεπικουρηθεί / να συνεπικουρηθούμε / να συνεπικουρούμαστε | να έχετε συνεπικουρηθεί / να συνεπικουρείστε / να συνεπικουρηθείτε | να έχουν συνεπικουρηθεί / να συνεπικουρηθούν / να συνεπικουρηθούνε / να συνεπικουρούνται |
| Προστακτική | — | συνεπικουρήσου | — | — | συνεπικουρείστε / συνεπικουρηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →