Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνεπιτροπεία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. νομικός όροςη άσκηση επιτροπείας από περισσότερα τους ενός πρόσωπα ή φορείς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συνεπιτροπεία < συνεπίτροπ(ος) + -εία. Μορφολογικά, συν- + επιτροπεία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυνεπιτροπείασυνεπιτροπείες
Γενικήσυνεπιτροπείαςσυνεπιτροπειών
Αιτιατικήσυνεπιτροπείασυνεπιτροπείες
Κλητικήσυνεπιτροπείασυνεπιτροπείες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →