συνεπιτροπεία
•
- νομικός όροςη άσκηση επιτροπείας από περισσότερα τους ενός πρόσωπα ή φορείς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνεπιτροπεία < συνεπίτροπ(ος) + -εία. Μορφολογικά, συν- + επιτροπεία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συνεπιτροπεία | συνεπιτροπείες |
| Γενική | συνεπιτροπείας | συνεπιτροπειών |
| Αιτιατική | συνεπιτροπεία | συνεπιτροπείες |
| Κλητική | συνεπιτροπεία | συνεπιτροπείες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →