Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνεπώνυμος

/si.neˈpo.ni.mos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει το ίδιο επώνυμο (για ανθρώπους) ή την ίδια επωνυμία (για εταιρείες, επιχειρήσεις) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συνεπώνυμος < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα συνεπώνυμος (μαρτυρείται από το 1889) ή λόγιο διαχρονικό δάνειο από τη μεσαιωνική ελληνική συνεπώνυμος. Μορφολογικά αναλύεται σε συν- + επώνυμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυνεπώνυμοςσυνεπώνυμησυνεπώνυμο
Γενικήσυνεπώνυμουσυνεπώνυμηςσυνεπώνυμου
Αιτιατικήσυνεπώνυμοσυνεπώνυμησυνεπώνυμο
Κλητικήσυνεπώνυμεσυνεπώνυμησυνεπώνυμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυνεπώνυμοισυνεπώνυμεςσυνεπώνυμα
Γενικήσυνεπώνυμωνσυνεπώνυμωνσυνεπώνυμων
Αιτιατικήσυνεπώνυμουςσυνεπώνυμεςσυνεπώνυμα
Κλητικήσυνεπώνυμοισυνεπώνυμεςσυνεπώνυμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →