Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνεργάτις

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοσυνεργάτιδα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συνεργάτις < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συνεργάτις < συν- + ἐργάτις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυνεργάτιςσυνεργάτιδες
Γενικήσυνεργάτιδας / συνεργάτιδοςσυνεργάτιδων / συνεργατίδων
Αιτιατικήσυνεργάτιδασυνεργάτιδες
Κλητικήσυνεργάτι / συνεργάτι συνεργάτιςσυνεργάτιδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →