συνετίζω
•
- δίνω σε κάποιον συμβουλές, για να τον σωφρονίσω, να τον επαναφέρω στην τάξη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνετίζω < ελληνιστική κοινή συνετίζω < αρχαία ελληνική συνετός
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συνετίζω | συνετίζεις | συνετίζει | συνετίζουμε | συνετίζετε | συνετίζουν / συνετίζουνε |
| Παρατατικός | συνέτιζα | συνέτιζες | συνέτιζε | συνετίζαμε | συνετίζατε | συνέτιζαν / συνετίζαν / συνετίζανε |
| Αόριστος | συνέτισα | συνέτισες | συνέτισε | συνετίσαμε | συνετίσατε | συνέτισαν / συνετίσαν / συνετίσανε |
| Μέλλοντας | θα συνετίζω / θα συνετίσω | θα συνετίζεις / θα συνετίσεις | θα συνετίζει / θα συνετίσει | θα συνετίζουμε / θα συνετίσουμε | θα συνετίζετε / θα συνετίσετε | θα συνετίζουν / θα συνετίζουνε / θα συνετίσουν / θα συνετίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω συνετίσει | έχεις συνετίσει | έχει συνετίσει | έχουμε συνετίσει | έχετε συνετίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συνετίσει | είχες συνετίσει | είχε συνετίσει | είχαμε συνετίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συνετίσει / να συνετίζω / να συνετίσω | να έχεις συνετίσει / να συνετίζεις / να συνετίσεις | να έχει συνετίσει / να συνετίζει / να συνετίσει | να έχουμε συνετίσει / να συνετίζουμε / να συνετίσουμε | να έχετε συνετίσει / να συνετίζετε / να συνετίσετε | να συνετίζουν / να συνετίζουνε / να συνετίσουν / να συνετίσουνε |
| Προστακτική | — | συνέτιζε / συνέτισε | — | — | συνετίζετε / συνετίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →