συνεταιράκι
•
- οικείοο συνέταιρος Βικιλεξικό
- είμαστε τόσα χρόνια συνεταιράκια και λέω να σε κάνω κουμπάρο μου
Ετυμολογία
συνεταιράκι < συνέταιρος + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συνεταιράκι | συνεταιράκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | συνεταιράκι | συνεταιράκια |
| Κλητική | συνεταιράκι | συνεταιράκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →