συνεταιρισμός
•
- σύλλογος ατόμων, συνήθως εργάτες του πρωτογενούς τομέα, που συνεργάζονται ώστε να πουλήσουν τα προϊόντα τους και να εξασφαλίσουν τα κέρδη τους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνεταιρισμός < συνέταιρ(ος) + -ισμός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική association
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συνεταιρισμός | συνεταιρισμοί |
| Γενική | συνεταιρισμού | συνεταιρισμών |
| Αιτιατική | συνεταιρισμό | συνεταιρισμούς |
| Κλητική | συνεταιρισμέ | συνεταιρισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →