συνεφέρνω
•
- βοηθώ κάποιον να ξαναβρεί τις αισθήσεις του ή να επανέλθει στην προτεραία (ακμαία) κατάστασή του Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασησυνετίζω, λογικεύω Βικιλεξικό
- επιδιορθώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνεφέρνω < αρχαία ελληνική συμφέρω < σύν + φέρω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →