Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνεφέρνω

ρήμα
•
  1. βοηθώ κάποιον να ξαναβρεί τις αισθήσεις του ή να επανέλθει στην προτεραία (ακμαία) κατάστασή του Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασησυνετίζω, λογικεύω Βικιλεξικό
  3. επιδιορθώνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συνεφέρνω < αρχαία ελληνική συμφέρω < σύν + φέρω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →