συνηγμένος
•
- , συσσωρευμένος Βικιλεξικό
- ἐκ τῆς συνηγμένης θλίψεως
Ετυμολογία
συνηγμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου συνάγω
Άλλοι τύποι
συνηγμένασυνηγμένεσυνηγμένεςσυνηγμένησυνηγμένηςσυνηγμένοσυνηγμένοισυνηγμένοςσυνηγμένουσυνηγμένουςσυνηγμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →