συνηθίζω
•
- αμετάβατοαποκτώ ή έχω ήδη τη συνήθεια να κάνω κάτι Βικιλεξικό
- μεταβατικόδίνω σε κάποιον τη συνήθεια να κάνει κάτι, εξασκώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνηθίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική συνηθίζω < συνήθης
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συνηθίζω | συνηθίζεις | συνηθίζει | συνηθίζουμε | συνηθίζετε | συνηθίζουν / συνηθίζουνε |
| Παρατατικός | συνήθιζα | συνήθιζες | συνήθιζε | συνηθίζαμε | συνηθίζατε | συνήθιζαν / συνηθίζαν / συνηθίζανε |
| Αόριστος | συνήθισα | συνήθισες | συνήθισε | συνηθίσαμε | συνηθίσατε | συνήθισαν / συνηθίσαν / συνηθίσανε |
| Μέλλοντας | θα συνηθίζω / θα συνηθίσω | θα συνηθίζεις / θα συνηθίσεις | θα συνηθίζει / θα συνηθίσει | θα συνηθίζουμε / θα συνηθίσουμε | θα συνηθίζετε / θα συνηθίσετε | θα συνηθίζουν / θα συνηθίζουνε / θα συνηθίσουν / θα συνηθίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω συνηθίσει | έχεις συνηθίσει | έχει συνηθίσει | έχουμε συνηθίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συνηθίσει | είχες συνηθίσει | είχε συνηθίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συνηθίσει / να συνηθίζω / να συνηθίσω | να έχεις συνηθίσει / να συνηθίζεις / να συνηθίσεις | να έχει συνηθίσει / να συνηθίζει / να συνηθίσει | να έχουμε συνηθίσει / να συνηθίζουμε / να συνηθίσουμε | να συνηθίζετε / να συνηθίσετε | να συνηθίζουν / να συνηθίζουνε / να συνηθίσουν / να συνηθίσουνε |
| Προστακτική | — | συνήθιζε / συνήθισε | — | — | συνηθίζετε / συνηθίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
συνηθίστηκασυνηθίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →