συνημμένο
•
- έγγραφο ή δικαιολογητικό που συνοδεύει μία αίτηση ή μία επίσημη αναφορά Βικιλεξικό
- πληροφορικήαρχείο που αποστέλλεται μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, επισύναψη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνημμένο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συνημμένον ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο της μετοχής συνημμένος < αρχαία ελληνική συνάπτω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συνημμένο | συνημμένα |
| Γενική | συνημμένου | συνημμένων |
| Αιτιατική | συνημμένο | συνημμένα |
| Κλητική | συνημμένο | συνημμένα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →