Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνθήκη

/sinˈθi.ci/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. διπλωματίαμια συμφωνία ανάμεσα σε χώρες, μια σύμβαση Βικιλεξικό
    • O Πρόεδρος της Δημοκρατίας, με τήρηση οπωσδήποτε των ορισμών του άρθρου 35 παράγραφος 1, εκπροσωπεί διεθνώς το Kράτος, κηρύσσει πόλεμο, συνομολογεί συνθήκες ειρήνης, συμμαχίας, οικονομικής συνεργασίας και συμμετοχής σε διεθνείς οργανισμούς ή ενώσεις και τις ανακοινώνει στη Bουλή, με τις αναγκαίες διασαφήσεις, όταν το συμφέρον και η ασφάλεια του Kράτους το επιτρέπουν. (Σύνταγμα της Ελλάδας, Βουλή των Ελλήνων, ΦΕΚ Α΄ 211/24-12-2019, άρθρο 36.1)
  2. τα δεδομένα που διαμορφώνουν μια κατάσταση Βικιλεξικό
  3. λογικήλογική έκφραση, που μπορεί να είναι αληθής (true) ή ψευδής (false) Βικιλεξικό
    • Η έκφραση: a > b, είναι αληθής όταν η τιμή του a είναι μεγαλύτερη του b, αλλιώς είναι ψευδής

Ετυμολογία

συνθήκη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συνθήκη < συντίθημι (< σύν + τίθημι). Αναλύεται σε συν- + -θήκη : για τα δεδομένα κατάστασης < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική condition

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυνθήκησυνθήκες
Γενικήσυνθήκηςσυνθηκών
Αιτιατικήσυνθήκησυνθήκες
Κλητικήσυνθήκησυνθήκες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →