συνθετικό
•
- γλωσσολογίαλέξη ή λεξικό επίθημα που βρίσκεται σε σύνθεση με άλλο Βικιλεξικό
- Στη λέξη πηγαινοέρχομαι το πρώτο συνθετικό είναι πηγαίνω και το δεύτερο συνθετικό είναι έρχομαι.
- Στο σύνθετο μαχαιροπίρουνο το πρώτο συνθετικό είναι το θέμα της λέξης μαχαίρι με ένθημα -ο- και το δεύτερο συνθετικό είναι το θέμα της λέξης πιρούνι με κλιτικό επίθημα.
- < υπώνυμα: πρώτο συνθετικό, δεύτερο συνθετικό, τρίτο συνθετικό
- γλωσσολογίασυνώνυμο συνδετικό Βικιλεξικό
- συνθετικό φωνήεν (που συνδέει, συνθέτει)
- ύφασμανήμα από συνθετική ύλη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνθετικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου συνθετικός. Εννοείται το ουσιαστικό :* για τη γλωσσολογία: μέρος ή στοιχείο :* για το νήμα: νήμα ή ύφασμα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →