Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνθηκολόγηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η σύναψη συνθήκης, κυρίως μετά από εμπόλεμη κατάσταση Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασητο σταμάτημα της εμπόλεμης κατάστασης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συνθηκολόγηση < συνθηκολογώ (η λέξη φαίνεται να πρωτοεμφανίζεται το 1880) / συνθήκ(η) + -ο- + -λόγηση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυνθηκολόγησησυνθηκολογήσεις
Γενικήσυνθηκολόγησηςσυνθηκολογήσεων
Αιτιατικήσυνθηκολόγησησυνθηκολογήσεις
Κλητικήσυνθηκολόγησησυνθηκολογήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →