συνθλίβομαι
•
- για ανθρώπουςσυμπιέζομαι αφόρητα μεταξύ ισχυρότερων δυνάμεων Βικιλεξικό
- διαλύομαι, καταπλακώνομαι, συμπιέζομαι Βικιλεξικό
- Το ΙΧ συνεθλίβη ανάμεσα στο φορτηγό και τον τοίχο, αλλά ευτυχώς ο οδηγός είχε προλάβει να πεταχτεί έξω
Ετυμολογία
συνθλίβομαι < παθητική φωνή του ρήματος συνθλίβω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συνθλίβομαι | συνθλίβεσαι | συνθλίβεται | συνθλιβόμαστε | συνθλίβεστε | συνθλίβονται |
| Παρατατικός | συνθλιβόμουν / συνθλιβόμουνα | συνθλιβόσουν / συνθλιβόσουνα | συνθλιβόταν / συνθλιβότανε | συνθλιβόμασταν / συνθλιβόμαστε | συνθλιβόσασταν / συνθλιβόσαστε | συνθλίβονταν / συνθλιβόντουσαν |
| Αόριστος | συνθλίφτηκα | συνθλίφτηκες | συνθλίφτηκε | συνθλιφτήκαμε | συνθλιφτήκατε | συνθλίφτηκαν / συνθλιφτήκαν / συνθλιφτήκανε |
| Μέλλοντας | θα συνθλίβομαι / θα συνθλιφτώ | θα συνθλίβεσαι / θα συνθλιφτείς | θα συνθλίβεται / θα συνθλιφτεί | θα συνθλιβόμαστε / θα συνθλιφτούμε | θα συνθλίβεστε / θα συνθλιφτείτε | θα συνθλίβονται / θα συνθλιφτούν / θα συνθλιφτούνε |
| Παρακείμενος | έχω συνθλιφτεί | έχεις συνθλιφτεί | έχει συνθλιφτεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συνθλιφτεί | είχες συνθλιφτεί | είχε συνθλιφτεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συνθλιφτεί / να συνθλίβομαι / να συνθλιφτώ | να έχεις συνθλιφτεί / να συνθλίβεσαι / να συνθλιφτείς | να έχει συνθλιφτεί / να συνθλίβεται / να συνθλιφτεί | να συνθλιβόμαστε / να συνθλιφτούμε | να συνθλίβεστε / να συνθλιφτείτε | να συνθλίβονται / να συνθλιφτούν / να συνθλιφτούνε |
| Προστακτική | — | συνθλίβου / συνθλίψου | — | — | συνθλίβεστε / συνθλιφτείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →