συννεφιάζω
•
- κυριολεκτικάγεμίζω σύννεφα, σκεπάζομαι από σύννεφα Βικιλεξικό
- μεταφορικάτα βάσανα και οι θλίψεις που έχω αποτυπώνονται στην έκφρασή μου, σκυθρωπιάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συννεφιάζω < μεσαιωνική ελληνική συννεφιάζω < ελληνιστική κοινή σύννεφος < αρχαία ελληνική σύν + νέφος
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συννεφιάζω | συννεφιάζεις | συννεφιάζει | συννεφιάζουμε | συννεφιάζετε | συννεφιάζουν / συννεφιάζουνε |
| Παρατατικός | συννέφιαζα | συννέφιαζες | συννέφιαζε | συννεφιάζαμε | συννεφιάζατε | συννέφιαζαν / συννεφιάζαν / συννεφιάζανε |
| Αόριστος | συννέφιασα | συννέφιασες | συννέφιασε | συννεφιάσαμε | συννεφιάσατε | συννέφιασαν / συννεφιάσαν / συννεφιάσανε |
| Μέλλοντας | θα συννεφιάζω / θα συννεφιάσω | θα συννεφιάζεις / θα συννεφιάσεις | θα συννεφιάζει / θα συννεφιάσει | θα συννεφιάζουμε / θα συννεφιάσουμε | θα συννεφιάζετε / θα συννεφιάσετε | θα συννεφιάζουν / θα συννεφιάζουνε / θα συννεφιάσουν / θα συννεφιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω συννεφιάσει | έχεις συννεφιάσει | έχει συννεφιάσει | έχουμε συννεφιάσει | έχετε συννεφιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συννεφιάσει | είχες συννεφιάσει | είχε συννεφιάσει | είχαμε συννεφιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συννεφιάσει / να συννεφιάζω / να συννεφιάσω | να έχεις συννεφιάσει / να συννεφιάζεις / να συννεφιάσεις | να έχει συννεφιάσει / να συννεφιάζει / να συννεφιάσει | να έχουμε συννεφιάσει / να συννεφιάζουμε / να συννεφιάσουμε | να έχετε συννεφιάσει / να συννεφιάζετε / να συννεφιάσετε | να συννεφιάζουν / να συννεφιάζουνε / να συννεφιάσουν / να συννεφιάσουνε |
| Προστακτική | — | συννέφιαζε / συννέφιασε | — | — | συννεφιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
συννεφιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →