συννεφόκαμα
•
- οικείοαποπνικτική ζέστη συννεφιασμένης ημέρας, κουφόβραση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συννεφόκαμα < σύννεφ(ο) + -ό- κάμα < καίω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συννεφόκαμα | — |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | συννεφόκαμα | — |
| Κλητική | συννεφόκαμα | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →