Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συννυφάδα

/si.niˈfa.ða/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. οικογένειαγυναίκα που συνδέεται με εξ αγχιστείας συγγένεια με άλλη γυναίκα, ως σύζυγοι δύο ανδρών που είναι αδέλφια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συννυφάδα < συννυφάδες (υποχωρητικός σχηματισμός) < συν- + (νύφ(η) + -άδα, κατά το κουνιάδα, αντίστοιχο προς την ελληνιστική κοινή σύννυμφος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυννυφάδασυννυφάδες
Γενικήσυννυφάδαςσυννυφάδων
Αιτιατικήσυννυφάδασυννυφάδες
Κλητικήσυννυφάδασυννυφάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →