Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνοδηγός

/si.no.ðiˈɣos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. γενικότεραεπιβάτης οχήματος που αναλαμβάνει την οδήγηση εφόσον χρειαστεί, ο οποίος κατά κανόνα κάθεται στη διπλανή θέση από εκείνη του οδηγού Βικιλεξικό
    • (κατ’ επέκταση) κάθε επιβάτης που κάθεται σε αυτήν τη θέση («του συνοδηγού»)
  2. ειδικότεραβοηθός οδηγού αυτοκινήτου αγώνων, που τον ενημερώνει για την πορεία και τον προειδοποιεί για ό,τι βρίσκεται μπροστά (στροφές, εμπόδια κ.λπ.) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συνοδηγός < συν- + οδηγός < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική co-driver

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυνοδηγόςσυνοδηγοί
Γενικήσυνοδηγούσυνοδηγών
Αιτιατικήσυνοδηγόσυνοδηγούς
Κλητικήσυνοδηγέσυνοδηγοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →