συνοδηγός
•
- γενικότεραεπιβάτης οχήματος που αναλαμβάνει την οδήγηση εφόσον χρειαστεί, ο οποίος κατά κανόνα κάθεται στη διπλανή θέση από εκείνη του οδηγού Βικιλεξικό
- (κατ’ επέκταση) κάθε επιβάτης που κάθεται σε αυτήν τη θέση («του συνοδηγού»)
- ειδικότεραβοηθός οδηγού αυτοκινήτου αγώνων, που τον ενημερώνει για την πορεία και τον προειδοποιεί για ό,τι βρίσκεται μπροστά (στροφές, εμπόδια κ.λπ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνοδηγός < συν- + οδηγός < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική co-driver
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συνοδηγός | συνοδηγοί |
| Γενική | συνοδηγού | συνοδηγών |
| Αιτιατική | συνοδηγό | συνοδηγούς |
| Κλητική | συνοδηγέ | συνοδηγοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →