συνοδικός
•
- εκκλησιαστικός όροςμέλος της Ιεράς Συνόδου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνοδικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συνοδικός. Μορφολογικά αναλύεται σε (σύνοδ(ος) + -ικός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συνοδική / συνοδικός / συνοδικό | συνοδικές / συνοδικοί / συνοδικά |
| Γενική | συνοδικής / συνοδικού / συνοδικού | συνοδικών / συνοδικών / συνοδικών |
| Αιτιατική | συνοδική / συνοδικό / συνοδικό | συνοδικές / συνοδικούς / συνοδικά |
| Κλητική | συνοδική / συνοδικέ / συνοδικό | συνοδικές / συνοδικοί / συνοδικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →