Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνοικιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που βρίσκεται σε συνοικία, αναφέρεται, ή έχει σχέση με αυτή Βικιλεξικό
    • Εγώ μια θεατρινούλα συνοικιακού θεάτρου να πάρω εσένα, τον ένδοξο συγγραφέα που τα έργα σου παίζονται στην «Κομεντί» και στο «Ζυμνάζ» ... έπειτα οι δικοί σου δεν τον θέλουνε αυτό το γάμο (Μπουκέτο, 6/6/1926, σελ. 433 https://pleias.library.upatras.gr/index.php/bouketo/article/download/95471/87655/95420)

Ετυμολογία

συνοικιακός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυνοικιακόςσυνοικιακήσυνοικιακό
Γενικήσυνοικιακούσυνοικιακήςσυνοικιακού
Αιτιατικήσυνοικιακόσυνοικιακήσυνοικιακό
Κλητικήσυνοικιακέσυνοικιακήσυνοικιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυνοικιακοίσυνοικιακέςσυνοικιακά
Γενικήσυνοικιακώνσυνοικιακώνσυνοικιακών
Αιτιατικήσυνοικιακούςσυνοικιακέςσυνοικιακά
Κλητικήσυνοικιακοίσυνοικιακέςσυνοικιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →