συνοικολογία
•
- κλάδος της οικολογίας που μελετά τη δομή και τη λειτουργία οικοσυστημάτων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνοικολογία < σύνοικ(ος) + -ο- + -λογία • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συνοικολογία | συνοικολογίες |
| Γενική | συνοικολογίας | συνοικολογιών |
| Αιτιατική | συνοικολογία | συνοικολογίες |
| Κλητική | συνοικολογία | συνοικολογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →