Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνοικώ

ρήμα
•
  1. λόγιοσυγκατοικώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συνοικώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συνοικῶ, συνηρημένος τύπος του συνοικέω. Συγχρονικά αναλύεται σε συν- + οικώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσυνοικώσυνοικείςσυνοικείσυνοικούμεσυνοικείτεσυνοικούν / συνοικούνε
Παρατατικόςσυνοικούσασυνοικούσεςσυνοικούσεσυνοικούσαμεσυνοικούσατεσυνοικούσαν / συνοικούσανε
Αόριστοςσυνοίκησασυνοίκησεςσυνοίκησεσυνοικήσαμεσυνοικήσατεσυνοίκησαν / συνοικήσαν / συνοικήσανε
Μέλλονταςθα συνοικήσω / θα συνοικώθα συνοικήσεις / θα συνοικείςθα συνοικήσει / θα συνοικείθα συνοικήσουμε / θα συνοικούμεθα συνοικήσετε / θα συνοικείτεθα συνοικήσουν / θα συνοικήσουνε / θα συνοικούν / θα συνοικούνε
Παρακείμενοςέχω συνοικήσειέχεις συνοικήσειέχει συνοικήσειέχουμε συνοικήσειέχετε συνοικήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα συνοικήσειείχες συνοικήσειείχε συνοικήσειείχαμε συνοικήσειείχατε συνοικήσει—
Υποτακτικήνα έχω συνοικήσει / να συνοικήσω / να συνοικώνα έχεις συνοικήσει / να συνοικήσεις / να συνοικείςνα έχει συνοικήσει / να συνοικήσει / να συνοικείνα έχουμε συνοικήσει / να συνοικήσουμε / να συνοικούμενα έχετε συνοικήσει / να συνοικήσετε / να συνοικείτενα συνοικήσουν / να συνοικήσουνε / να συνοικούν / να συνοικούνε
Προστακτική—συνοίκησε——συνοικήστε / συνοικείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →