συνοικώ
•
- λόγιοσυγκατοικώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνοικώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συνοικῶ, συνηρημένος τύπος του συνοικέω. Συγχρονικά αναλύεται σε συν- + οικώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συνοικώ | συνοικείς | συνοικεί | συνοικούμε | συνοικείτε | συνοικούν / συνοικούνε |
| Παρατατικός | συνοικούσα | συνοικούσες | συνοικούσε | συνοικούσαμε | συνοικούσατε | συνοικούσαν / συνοικούσανε |
| Αόριστος | συνοίκησα | συνοίκησες | συνοίκησε | συνοικήσαμε | συνοικήσατε | συνοίκησαν / συνοικήσαν / συνοικήσανε |
| Μέλλοντας | θα συνοικήσω / θα συνοικώ | θα συνοικήσεις / θα συνοικείς | θα συνοικήσει / θα συνοικεί | θα συνοικήσουμε / θα συνοικούμε | θα συνοικήσετε / θα συνοικείτε | θα συνοικήσουν / θα συνοικήσουνε / θα συνοικούν / θα συνοικούνε |
| Παρακείμενος | έχω συνοικήσει | έχεις συνοικήσει | έχει συνοικήσει | έχουμε συνοικήσει | έχετε συνοικήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συνοικήσει | είχες συνοικήσει | είχε συνοικήσει | είχαμε συνοικήσει | είχατε συνοικήσει | — |
| Υποτακτική | να έχω συνοικήσει / να συνοικήσω / να συνοικώ | να έχεις συνοικήσει / να συνοικήσεις / να συνοικείς | να έχει συνοικήσει / να συνοικήσει / να συνοικεί | να έχουμε συνοικήσει / να συνοικήσουμε / να συνοικούμε | να έχετε συνοικήσει / να συνοικήσετε / να συνοικείτε | να συνοικήσουν / να συνοικήσουνε / να συνοικούν / να συνοικούνε |
| Προστακτική | — | συνοίκησε | — | — | συνοικήστε / συνοικείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →