συνολικός
•
- που αφορά στο σύνολο και όχι μόνο σε ένα μέρος Βικιλεξικό
- πρέπει να βρεθεί μια συνολική λύση στο οικονομικό μας πρόβλημα
- που εκφράζει ένα άθροισμα Βικιλεξικό
- η συνολική δαπάνη μαζί με το ΦΠΑ και τα μεταφορικά ανέρχεται σε 1000 ευρώ
Ετυμολογία
συνολικός < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συνολικός | συνολική | συνολικό |
| Γενική | συνολικού | συνολικής | συνολικού |
| Αιτιατική | συνολικό | συνολική | συνολικό |
| Κλητική | συνολικέ | συνολική | συνολικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συνολικοί | συνολικές | συνολικά |
| Γενική | συνολικών | συνολικών | συνολικών |
| Αιτιατική | συνολικούς | συνολικές | συνολικά |
| Κλητική | συνολικοί | συνολικές | συνολικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →