Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνολικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αφορά στο σύνολο και όχι μόνο σε ένα μέρος Βικιλεξικό
    • πρέπει να βρεθεί μια συνολική λύση στο οικονομικό μας πρόβλημα
  2. που εκφράζει ένα άθροισμα Βικιλεξικό
    • η συνολική δαπάνη μαζί με το ΦΠΑ και τα μεταφορικά ανέρχεται σε 1000 ευρώ

Ετυμολογία

συνολικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυνολικόςσυνολικήσυνολικό
Γενικήσυνολικούσυνολικήςσυνολικού
Αιτιατικήσυνολικόσυνολικήσυνολικό
Κλητικήσυνολικέσυνολικήσυνολικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυνολικοίσυνολικέςσυνολικά
Γενικήσυνολικώνσυνολικώνσυνολικών
Αιτιατικήσυνολικούςσυνολικέςσυνολικά
Κλητικήσυνολικοίσυνολικέςσυνολικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →