συνομήλικος
•
- που έχει την ίδια ηλικία με το άτομο στο οποίο αναφέρεται Βικιλεξικό
- Ο πατριός του ήταν συνομήλικος της μητέρας του, χήρος με δύο γιους (Χρίστος Κ. Χριστοδούλου, Μουσταφά Κεμάλ: ο βίος και η πολιτεία του στη Θεσσαλονίκη, εκδ. Εξάντας, 2007, σελ. 106)
Ετυμολογία
συνομήλικος < ελληνιστική συνομῆλιξ
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συνομήλικος | συνομήλικη | συνομήλικο |
| Γενική | συνομήλικου | συνομήλικης | συνομήλικου |
| Αιτιατική | συνομήλικο | συνομήλικη | συνομήλικο |
| Κλητική | συνομήλικε | συνομήλικη | συνομήλικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συνομήλικοι | συνομήλικες | συνομήλικα |
| Γενική | συνομήλικων | συνομήλικων | συνομήλικων |
| Αιτιατική | συνομήλικους | συνομήλικες | συνομήλικα |
| Κλητική | συνομήλικοι | συνομήλικες | συνομήλικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →