συνομολόγηση
•
- λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συνομολογώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνομολόγηση < συνομολογώ + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συνομολόγηση | συνομολογήσεις |
| Γενική | συνομολόγησης | συνομολογήσεων |
| Αιτιατική | συνομολόγηση | συνομολογήσεις |
| Κλητική | συνομολόγηση | συνομολογήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →