Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνομοσπονδιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με συνομοσπονδία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συνομοσπονδιακός < συνομοσπονδία + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυνομοσπονδιακόςσυνομοσπονδιακήσυνομοσπονδιακό
Γενικήσυνομοσπονδιακούσυνομοσπονδιακήςσυνομοσπονδιακού
Αιτιατικήσυνομοσπονδιακόσυνομοσπονδιακήσυνομοσπονδιακό
Κλητικήσυνομοσπονδιακέσυνομοσπονδιακήσυνομοσπονδιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυνομοσπονδιακοίσυνομοσπονδιακέςσυνομοσπονδιακά
Γενικήσυνομοσπονδιακώνσυνομοσπονδιακώνσυνομοσπονδιακών
Αιτιατικήσυνομοσπονδιακούςσυνομοσπονδιακέςσυνομοσπονδιακά
Κλητικήσυνομοσπονδιακοίσυνομοσπονδιακέςσυνομοσπονδιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →