συνομοσπονδιακός
•
- που έχει σχέση με συνομοσπονδία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνομοσπονδιακός < συνομοσπονδία + -ακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συνομοσπονδιακός | συνομοσπονδιακή | συνομοσπονδιακό |
| Γενική | συνομοσπονδιακού | συνομοσπονδιακής | συνομοσπονδιακού |
| Αιτιατική | συνομοσπονδιακό | συνομοσπονδιακή | συνομοσπονδιακό |
| Κλητική | συνομοσπονδιακέ | συνομοσπονδιακή | συνομοσπονδιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συνομοσπονδιακοί | συνομοσπονδιακές | συνομοσπονδιακά |
| Γενική | συνομοσπονδιακών | συνομοσπονδιακών | συνομοσπονδιακών |
| Αιτιατική | συνομοσπονδιακούς | συνομοσπονδιακές | συνομοσπονδιακά |
| Κλητική | συνομοσπονδιακοί | συνομοσπονδιακές | συνομοσπονδιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →