Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνονθύλευση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. αρχαιοπρεπέςη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συνονθυλεύω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συνονθύλευση < συν- + ελληνιστική κοινή ὀνθύλευσις < ὀνθυλεύω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυνονθύλευσησυνονθυλεύσεις
Γενικήσυνονθύλευσηςσυνονθυλεύσεων
Αιτιατικήσυνονθύλευσησυνονθυλεύσεις
Κλητικήσυνονθύλευσησυνονθυλεύσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →