συνονθύλευσις
•
- καθαρεύουσαη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συνονθυλεύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνονθύλευσις < συν- + ελληνιστική κοινή ὀνθύλευσις < ὀνθυλεύω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
συνονθύλευσις < συν- + ελληνιστική κοινή ὀνθύλευσις < ὀνθυλεύω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →