συνοπτικά
•
- χωρίς λεπτομέρειες Βικιλεξικό
- περιληπτικά, συγκεφαλαιωτικά, σύντομα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνοπτικά < συνοπτικ(ός) + -ά
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
συνοπτικά < συνοπτικ(ός) + -ά
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →