Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνοπτικά

επίρρημα
•
  1. χωρίς λεπτομέρειες Βικιλεξικό
  2. περιληπτικά, συγκεφαλαιωτικά, σύντομα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συνοπτικά < συνοπτικ(ός) + -ά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →