Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνουσιάζομαι

/si.nu.siˈa.zo.me/ρήμα
•
  1. έρχομαι σε ερωτική επαφή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συνουσιάζομαι < αρχαία ελληνική συνουσιάζω < συνουσία < συνοῦσα < σύνειμι < σύν + εἰμί

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσυνουσιάζομαισυνουσιάζεσαισυνουσιάζεταισυνουσιαζόμαστεσυνουσιάζεστεσυνουσιάζονται
Παρατατικόςσυνουσιαζόμουν / συνουσιαζόμουνασυνουσιαζόσουν / συνουσιαζόσουνασυνουσιαζόταν / συνουσιαζότανεσυνουσιαζόμασταν / συνουσιαζόμαστεσυνουσιαζόσασταν / συνουσιαζόσαστεσυνουσιάζονταν / συνουσιαζόντουσαν
Αόριστοςσυνουσιάστηκασυνουσιάστηκεςσυνουσιάστηκεσυνουσιαστήκαμεσυνουσιαστήκατεσυνουσιάστηκαν / συνουσιαστήκαν / συνουσιαστήκανε
Μέλλονταςθα συνουσιάζομαι / θα συνουσιαστώθα συνουσιάζεσαι / θα συνουσιαστείςθα συνουσιάζεται / θα συνουσιαστείθα συνουσιαζόμαστε / θα συνουσιαστούμεθα συνουσιάζεστε / θα συνουσιαστείτεθα συνουσιάζονται / θα συνουσιαστούν / θα συνουσιαστούνε
Παρακείμενοςέχω συνουσιαστείέχεις συνουσιαστείέχει συνουσιαστεί———
Υπερσυντέλικοςείχα συνουσιαστείείχες συνουσιαστείείχε συνουσιαστεί———
Υποτακτικήνα έχω συνουσιαστεί / να συνουσιάζομαι / να συνουσιαστώνα έχεις συνουσιαστεί / να συνουσιάζεσαι / να συνουσιαστείςνα έχει συνουσιαστεί / να συνουσιάζεται / να συνουσιαστείνα συνουσιαζόμαστε / να συνουσιαστούμενα συνουσιάζεστε / να συνουσιαστείτενα συνουσιάζονται / να συνουσιαστούν / να συνουσιαστούνε
Προστακτική—συνουσιάζου / συνουσιάσου——συνουσιάζεστε / συνουσιαστείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →