συνσεναριογράφος
•
- δεύτερος σεναριογράφος, που γράφει ένα σενάριο μαζί με κάποιον άλλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνσεναριογράφος (νεολογισμός) < συν- (χωρίς μετατροπή σε συσ- όπως σε παλιότερες λέξεις) + σεναριογράφος, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική coscreenwriter
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συνσεναριογράφος | συνσεναριογράφοι |
| Γενική | συνσεναριογράφου | συνσεναριογράφων |
| Αιτιατική | συνσεναριογράφο | συνσεναριογράφους |
| Κλητική | συνσεναριογράφε | συνσεναριογράφοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →