Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συντέλεια

/sinˈde.li.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. θρησκείατο τέλος στις εκφράσεις Βικιλεξικό
  2. το τέλος στις εκφράσεις Βικιλεξικό
  3. το τέλος στις εκφράσεις Βικιλεξικό
  4. θρησκείατο τέλος στις εκφράσεις Βικιλεξικό
  5. το τέλος στις εκφράσεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συντέλεια < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συντέλεια (σημασία: ολοκλήρωση έως το τέλος περιόδου) < αρχαία σημασία: κοινή οικονομική εισφορά → δείτε τις λέξεις συν και τέλος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυντέλειασυντέλειες
Γενικήσυντέλειαςσυντελειών
Αιτιατικήσυντέλειασυντέλειες
Κλητικήσυντέλειασυντέλειες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →