συντέλεια
•
- θρησκείατο τέλος στις εκφράσεις Βικιλεξικό
- το τέλος στις εκφράσεις Βικιλεξικό
- το τέλος στις εκφράσεις Βικιλεξικό
- θρησκείατο τέλος στις εκφράσεις Βικιλεξικό
- το τέλος στις εκφράσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συντέλεια < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συντέλεια (σημασία: ολοκλήρωση έως το τέλος περιόδου) < αρχαία σημασία: κοινή οικονομική εισφορά → δείτε τις λέξεις συν και τέλος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συντέλεια | συντέλειες |
| Γενική | συντέλειας | συντελειών |
| Αιτιατική | συντέλεια | συντέλειες |
| Κλητική | συντέλεια | συντέλειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →