Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνταγματάρχης

/sin.daɣ.maˈtaɾ.çis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. στρατιωτικός βαθμόςανώτερος αξιωματικός του στρατού ξηράς με βαθμό ανώτερο του αντισυνταγματάρχη και κατώτερο του ταξίαρχου. Είναι διοικητής συντάγματος Βικιλεξικό
    • συντομογραφία: σχης

Ετυμολογία

συνταγματάρχης < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συνταγματάρχης. Συγχρονικά αναλύεται σε (σύνταγμα) συνταγματ- + -άρχης < άρχω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυνταγματάρχηςσυνταγματάρχες
Γενικήσυνταγματάρχη / συνταγματάρχουσυνταγματαρχών
Αιτιατικήσυνταγματάρχησυνταγματάρχες
Κλητικήσυνταγματάρχα / συνταγματάρχησυνταγματάρχες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →