Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνταγματικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με το σύνταγμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συνταγματικός < σύνταγμα + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυνταγματικόςσυνταγματικήσυνταγματικό
Γενικήσυνταγματικούσυνταγματικήςσυνταγματικού
Αιτιατικήσυνταγματικόσυνταγματικήσυνταγματικό
Κλητικήσυνταγματικέσυνταγματικήσυνταγματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυνταγματικοίσυνταγματικέςσυνταγματικά
Γενικήσυνταγματικώνσυνταγματικώνσυνταγματικών
Αιτιατικήσυνταγματικούςσυνταγματικέςσυνταγματικά
Κλητικήσυνταγματικοίσυνταγματικέςσυνταγματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →