συνταγολογία
•
- φαρμακευτικήκλάδος της φαρμακολογίας σχετικός με τη σύνταξη και εκτέλεση φαρμακευτικών συνταγών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνταγολογία < συνταγή + -ο- + -λογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συνταγολογία | συνταγολογίες |
| Γενική | συνταγολογίας | συνταγολογιών |
| Αιτιατική | συνταγολογία | συνταγολογίες |
| Κλητική | συνταγολογία | συνταγολογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →